Έρπης Γεννητικών Οργάνων

Ο Έρπης  γεννητικών οργάνων είναι το δεύτερο σε συχνότητα Σεξουαλικώς Μεταδιδόμενο Νόσημα, μετά τα Κονδυλώματα.

Ο  Ιός του Απλού Έρπητα είναι το συχνότερο αίτιο σεξουαλικώς μεταδιδόμενων δερματικών ελκών – πληγών παγκοσμίως.

 

Η λοίμωξη διαρκεί ισόβια και μπορεί να επανενεργοποιηθεί.

Όταν δεν υπάρχει ενεργοποίηση του ιού εξακολουθεί να υπάρχει στον οργανισμό σε ύφεση, λανθάνουσα κατάσταση.

 

Ο Έρπης Γεννητικών Οργάνων εμφανίζεται με επώδυνες , υποτροπιάζουσες βλάβες, με σημαντική ψυχολογική και κοινωνική επιβάρυνση.

 

Ακόμα μπορεί να ύπαρξη μετάδοση από τη μητέρα στο νεογνό κατά τη διάρκεια του τοκετού, με αποτέλεσμα σημαντική νοσηρότητα ή και θάνατο του νεογνού.

 

Η έγκαιρη διάγνωση είναι πολύ σημαντική, γιατί με την κατάλληλη θεραπεία, μειώνουμε την μολυσματικότητα, περιορίζουμε την ένταση,  έκταση και τη χρονική διάρκεια των συμπτωμάτων.

Η Εικόνα της νόσου όταν δεν είναι ασυμπτωματική μόλυνση περιλαμβάνει ερυθηματώδεις βλατίδες και φυσαλίδες με ορώδες ή οροπυώδες υγρό, ερύθημα και οίδημα.

Σε μερικές ημέρες σπάνε οι φυσαλίδες δημιουργώντας  επώδυνες, κνησμώδες,  πληγές, με πυρετό, καταβολή, μυαλγίες, και λεμφαδενοπάθεια.

Στης γυναίκες ανάλογα τον εντοπισμό μπορεί να προκαλέσει τραχηλίτιδα με κολπικά υγρά και δυσπαρεύνια, ενώ σε περίπτωση ουρηθρίτιδας υπάρχει ουρηθρικό έκκριμα και δυσουρία.

Αν επηρεαστεί το αυτόνομο νευρικό πλέγμα που νευρώνει την ουροδόχο κύστη ή το πρωκτό, ο ασθενής εμφανίζει επίσχεση ουρών ή διαταραχές κενώσεων.

 

Ο έρπης γεννητικών οργάνων οφείλετε κατά κύριο λόγο στον ερπητοϊό τύπου 2 και λιγότερο συχνά στον ερπητοϊό τύπου 1.

Οι λοίμωξης από τους ερπητοϊούς 1 και 2 είναι μεταξύ των συχνότερων ιογενών λοιμώξεων στον άνθρωπο.

Οι ερπητοϊοί 1 και 2 είναι DNA ιοί διπλής έλικας της οικογένειας Herpesviridea. Στην φύση μόνο οι άνθρωποι είναι φορείς και νοσούν και όχι τα ζώα.

Η Μετάδοση γίνετε με στενή επαφή με φορέα χωρίς απαραίτητα να υπάρχουν  συμπτώματα ή βλάβες.

 

Η Μετάδοση του 2 γίνετε κύριος μέσω σεξουαλικής επαφής, ενώ ο 1 μεταδίδεται κύριος με το σάλιο στην παιδική ηλικία προκαλώντας συνήθως επιχείλιο έρπητα.

Οι ερπητοϊοί 1 και 2 εισέρχονται στο δέρμα μέσω μικροτραυματισμών, και μέσω των κυττάρων  και των αισθητικών νευρώνων καταλήγουν στο αισθητικό γάγγλιο, εκεί παραμένουν  εφ’ όρου ζωής σε λανθάνουσα κατάσταση.

 

Τα αίτια της επανενεργοποίησης είναι

  • Λοίμωξη
  • Τραύμα
  • Στρες
  • Έκθεση σε ακτινοβολία UV
  • Έμμηνος ρύση
  • Πτώση του ανοσοποιητικού συστήματος οποιασδήποτε αιτιολογίας
  • Χωρίς κανένα από τους γνωστούς λόγους.

 

 

Κατά τις υποτροπές το εξάνθημα είναι συνήθως ηπιότερης εκτάσεις και  διάρκειας (7-10) ημέρες χωρίς θεραπεία.

Ενώ  στη πρωτολοίμωξη είναι εντονότερα  τα συμπτώματα τσούξιμο, καύσος, άλγος, κνησμός, και μεγαλύτερης διάρκειας και εκτάσεις.

Μια χρήσιμη συμβουλή σε Ασθενής που έχουν διαγνωστεί με τη νόσο είναι να  χρησιμοποιούν  πάντα προφυλακτικό ακόμη και μεταξύ των υποτροπών, ώστε να  μειωθεί ο  κίνδυνος μετάδοσης.

Οι γυναίκες είναι πιθανότερο να είναι  φορείς , χωρίς συμπτώματα και βλάβες του ερπητοϊού 1 και 2, επειδή ο γεννητικός τους βλεννογόνος είναι πιο ευπαθείς σε μικροτραυματισμούς κατά  τη σεξουαλική επαφή σε σύγκριση με τους άνδρες.

 

Σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας ο ερπητοϊός είναι συχνότερος σε αναπτυσσόμενες χώρες σε σύγκριση με τις αναπτυγμένες.

Η μεγαλύτερη  συχνότητα καταγράφετε στην υποσαχάρια Αφρική (70% στης γυναίκες και 55% στους άνδρες.

Η μικρότερη συχνότητα καταγράφετε στην Ευρώπη, 18% στις γυναίκες και 13% στους άνδρες.

Στην Αμερική υπολογίζετε ότι 1 στους 6 άνδρες και γυναίκες ηλικίας 14/49 ετών έχουν έρπητα γεννητικών οργάνων.

 

 

Θεραπεία

 

Η θεραπεία διαφέρει από την πρωτολοίμωξη με την επανενεργοποίηση.

Στην πρωτολοίμωξη το δοσολογικό σχήμα, η δραστική ουσία, αλλά και η χρονική διάρκεια της χορήγησης, μπορεί να  διαφέρουν και να τροποποιούνται, σε σχέση με την θεραπεία των υποτροπών.

 

Σε κάθε περίπτωση είναι σημαντικό εκτός από την διάγνωση, και τα κατάλληλα μετρά προφύλαξης, (πάντα προφυλακτικό) να χορηγείτε η κατάλληλη φαρμακευτική αγωγή

για να μειώνεται η   μολυσματικότητα, αλλά και να περιορίζουμε την ένταση, την έκταση, και την χρονική διάρκεια των συμπτωμάτων.